ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ ΣΤΑ 1.600 ΕΥΡΩ ΤΟ ΑΚΑΤΑΣΧΕΤΟ ΣΤΟΥΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥΣ
Την αύξηση του ακατάσχετου ορίου των τραπεζικών λογαριασμών στα 1.600 ευρώ, από τα 1.250 ευρώ που ίσχυε μέχρι σήμερα έκανε γνωστή από το βήμα της Βουλής ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης.
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, ο Υπουργός έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο κοινωνικό πρόσημο του συγκεκριμένου μέτρου, επισημαίνοντας χαρακτηριστικά: «Η αύξηση αυτή αποτελεί μια έμπρακτη πράξη δικαιοσύνης και εμπιστοσύνης στην κοινωνία, προστατεύοντας το βασικό επίπεδο διαβίωσης των συμπολιτών μας».
Όπως υπενθύμισε ο κ. Πιερρακάκης, το θεσμικό πλαίσιο για τον ακατάσχετο λογαριασμό θεσπίστηκε για πρώτη φορά το 2015. Η τωρινή αναθεώρησή του μεταφράζεται σε μια οριζόντια αναπροσαρμογή της τάξης του 28%, ένα ποσοστό που κρίθηκε αναγκαίο προκειμένου το μέτρο να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες οικονομικές ανάγκες και το αυξημένο κόστος ζωής των νοικοκυριών.
Η διαδικασία για την κατοχύρωση του προστατευόμενου ποσού παραμένει η ίδια, με το νέο, αυξημένο όριο να εφαρμόζεται άμεσα. Οι βασικοί άξονες του μέτρου προβλέπουν τα εξής:
Επιλογή από τον πολίτη: Ο ακατάσχετος λογαριασμός δεν ορίζεται αυτόματα, αλλά πρέπει να δηλωθεί ρητά από τον ίδιο τον ιδιώτη-καταθέτη, μέσω της σχετικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας, επιλέγοντας ένα και μοναδικό τραπεζικό ίδρυμα.
Πλήρης προστασία: Σύμφωνα με τον νόμο, το ελάχιστο ποσό των 1.600 ευρώ είναι πλέον απολύτως οχυρωμένο και «κλειδωμένο».
Θωράκιση έναντι όλων: Η προστασία αυτή ισχύει στο ακέραιο, ακόμη και αν ο κάτοχος του λογαριασμού έχει ενεργές, ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο (Εφορία, Ασφαλιστικά Ταμεία) ή προς τις τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να προσφέρει σημαντική οικονομική «ανάσα» σε χιλιάδες οφειλέτες που έβλεπαν μέχρι σήμερα τους λογαριασμούς τους να δεσμεύονται για μικρά ποσά, επιτρέποντάς τους πλέον να διαχειρίζονται με μεγαλύτερη αξιοπρέπεια τις καθημερινές τους βιοτικές ανάγκες.
Ο κ. Πιερρακάκης είπε πως η πρωτοβουλία αύξησης τους κατασχετού ορίου «δεν είναι αποσπασματική, εντάσσεται σε μια συνολική στρατηγική για το Ιδιωτικό Χρέος που βασίζεται σε μια πολύ απλή αρχή. Να δώσουμε σε όσους περισσότερους μπορούμε δυνατότητες επανεκκίνησης». Μια πολιτική που τα αποτελέσματά της «είναι ήδη ορατά, καθώς σήμερα η Ελλάδα έχει Ιδιωτικό Χρέος 94,5% του ΑΕΠ, είναι χαμηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ (121,4%), ο δείκτης των μη εξυπηρετούμενων τραπεζικών δανείων που το 2016 είχε φτάσει στο 48,5% είναι πλέον στο 3,3% – είναι δηλαδή το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών- και μόλις το 2025 είχαμε ρυθμίσεις 6,8 δισ. ευρώ».
