Σταύρος (Στίβεν) Λάλας: Η τεράστια προσφορά στην Πατρίδα και η εγκατάλειψη

0
0
0
s2smodern

Γράφει ο Γεώργιος Κασσαβέτης

Επισμηναγός (Ι) ε.α. – τ. Κυβερνήτης ΟΑ

 

Η περίπτωση του Ελληνοαμερικανού πράκτορα της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΕΥΠ) Στίβεν Λάλα δεν νομίζουμε να έχει προηγούμενο σε ολόκληρο τον κόσμο. Η ίδια Υπηρεσία να αποκαλύπτει τον συνεργάτη της (πράκτορά της) στο κράτος εναντίον του οποίου δρούσε, δεν αποτελεί μόνο μια πρωτοφανή και πρωτάκουστη περίπτωση στα χρονικά της παγκόσμιας κατασκοπίας, αλλά μια περίπτωση εγκληματικού ερασιτεχνισμού, κλασικής ανεπάρκειας και παροιμιώδους ανικανότητος της συγκεκριμένης υπηρεσίας. Ας παρακολουθήσουμε όμως την υπόθεση, η οποία αποτελεί καταισχύνη για τις ελληνικές αρχές και κυρίως για την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών.

 Ο Σταύρος (Στίβεν) Λάλας γεννήθηκε στο Ντόβερ του Νιου Χαμσάιρ των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής το 1953, από Έλληνες γονείς από την Κωνσταντινούπολη. Πήρε μέρος στον πόλεμο του Βιετνάμ και εν συνεχεία προσελήφθη στην Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών  (Central Intelligence Agency), τη γνωστή παγκοσμίως  (CIA), των Ηνωμένων Πολιτειών. Το 1977 και ενώ υπηρετούσε στο Τμήμα Επικοινωνιών του Στρατηγείου του ΝΑΤΟ στη Σμύρνη της Τουρκίας προσεγγίστηκε από Έλληνα Αξιωματούχο της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών και ωθούμενος από υπερβολική αγάπη προς την Ελλάδα, δέχτηκε, με κίνδυνο της καριέρας του αλλά και της ζωής του, να δίνει πολύτιμες πληροφορίες στην Ελληνική Υπηρεσία. Από τη θέση του αυτή ο Στίβεν Λάλας παρέδωσε στην ΕΥΠ δεκάδες διαβαθμισμένα έγγραφα, αφορώντα στις τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις καθώς και σε ονόματα Αμερικανών πρακτόρων.

 Μετά από μια μικρής διάρκειας μετάθεσή του στο Βελιγράδι (1984-85) τοποθετήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε μέχρι το 1989. Από την Κωνσταντινούπολη είχε την ευκαιρία να επισκέπτεται συχνά τη Χρυσούπολη της Καβάλας, όπου διέμενε η οικογένειά του. Οίκοθεν νοείται πως κι απ’ τη νέα θέση του διοχέτευε κρίσιμες πληροφορίες στις ελληνικές αρχές. Τον Δεκέμβριο του 1990 ο Λάλας τοποθετήθηκε στην Αμερικανική Πρεσβεία των Αθηνών και ανέλαβε το Τμήμα Επικοινωνίας Προγραμμάτων. Στα καθήκοντά του ήταν η μεταβίβαση κάθε διαβαθμισμένου σήματος που ερχόταν στην Πρεσβεία, είτε από τη CIA  ή από το Υπουργείο Εξωτερικών, στον αρμόδιο φορέα. Φυσικά όσα απ’ αυτά παρουσίαζαν ενδιαφέρον για την Ελλάδα ο Λάλας τα διαβίβαζε στον αρμόδιο της ΕΥΠ Ταγματάρχη Αναξαγόρα Σπιτά. Επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη, ο Σπιτάς ο οποίος διατηρούσε στενή επαφή με το Λάλα, τον συναντούσε σε ενοικιασμένο από την ΕΥΠ διαμέρισμα στου Ζωγράφου. Στο διαμέρισμα αυτό ο Λάλας παρέδιδε στον Σπιτά τα σχισμένα έγγραφα που είχε αφαιρέσει από την Πρεσβεία των ΗΠΑ.

 Από το 1977 που ο Στίβεν Λάλας στρατολογήθηκε ως πράκτορας της ΕΥΠ, έως το 1990 που ανέλαβε η κυβέρνηση Μητσοτάκη και τα ηνία της ΕΥΠ ανατέθηκαν στον εν αποστρατεία Αντιπτέραρχο Παναγιώτη Μπαλέ κανένα πρόβλημα δεν είχε δημιουργηθεί, σχετικά με τη «συνεργασία» ΕΥΠ-Λάλα. Έως τότε οι πληροφορίες του Λάλα που έφθαναν ακατέργαστες στην οδό Κατεχάκη, διαβιβάζοντο στον Πρωθυπουργό, ή τον Υπουργό Εξωτερικών συγκεκαλυμένες και χωρίς να αναφέρονται οι πηγές, θέμα που αποτελεί θεμελιώδη κανόνα για τις υπηρεσίες πληροφοριών σε ολόκληρο τον κόσμο.

Επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη και Αρχηγίας της ΕΥΠ του Αντιπτεράρχου ε.α. Παναγιώτη Μπαλέ τα πράγματα άλλαξαν άρδην στην ευαίσθητη υπηρεσία. Όπως λεπτομερώς γράφτηκε στον τύπο η μετάλλαξη της ΕΥΠ την περίοδο αυτή ήταν ραγδαία. Στην Υπηρεσία τοποθετήθηκαν κομματάνθρωποι εντελώς άσχετοι με το αντικείμενο και ακατάλληλοι για το χειρισμό τόσο ευαίσθητων, αλλά και επικίνδυνων για το εθνικό συμφέρον εθνικών θεμάτων. Όλοι αυτοί οι κομματικοί μισθοφόροι, τη ανοχή, ή τη αγνοία του πρώτου τη τάξει κομματικού στελέχους, Διοικητού της Υπηρεσίας, αδιαφορώντας πλήρως για τους συνωμοτικούς κανόνες  και τα στεγανά, που πρέπει να τηρούνται αυστηρότατα σε αυτές τις υπηρεσίες, φρόντιζαν, πουλώντας εκδούλευση, να ενημερώνουν στα στελέχη της κυβερνήσεως, ανεξαρτήτως αν οι πληροφορίες ενδιέφεραν άμεσα στο φορέα στον οποίο εκείνοι υπηρετούσαν.

 Όπως  χαρακτηριστικά γράφτηκε στον τύπο ο αξιωματούχος της ΕΥΠ που συνεργαζόταν με τον Στίβεν Λάλα την περίοδο αυτή, χρησιμοποιούσε το ενοικιασμένο από την ΕΥΠ διαμέρισμα στου Ζωγράφου ως γκαρσονιέρα για την εξυπηρέτηση προσωπικών εξωυπηρεσιακών του αναγκών. Αλλά και πέραν αυτού, σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ» την περίοδο αυτή διαβαθμισμένα έγγραφα, που έπρεπε να βλέπουν το πολύ 2-3 άνθρωποι, κυκλοφορούσαν σαν διαφημιστικά φυλλάδια στα γραφεία των Βουλευτών και των Υπουργών. Προφανώς η αρχή του τέλους για την αποκάλυψη του Στίβεν Λάλα είχε ήδη σημάνει. Και το εύλογο ερώτημα που εγείρεται αβιάστως είναι το εξής. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν είχε υποπέσει στην αντίληψη, του κατά τα λοιπά ευφυούς Διοικητού; Για την επικρατούσα κατάσταση  στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών εκείνη την περίοδο, διαβάζουμε στην εφημερίδα «ΜΑΚΕΛΕΙΟ» της 7ης Μαΐου  τα εξής. « Και βέβαια σήμερα ο Κυριάκος δεν έχει στρατηγό Γρυλλάκη , αλλά αντίθετα έχει πολλούς σαν τον τότε επικεφαλής της ΚΥΠ  αντιπτέραρχο Π. Μπαλέ που κάρφωσε στις ΗΠΑ  τον Λάλα, όπως γράφτηκε  στο εντυπωσιακό βιβλίο του στρατηγού, το «Αποκαλύπτω». Βέβαια παρόλο ότι το γεγονός είναι καταγεγραμμένο στο βιβλίο του πασίγνωστου και απολύτως ενημερωμένου στρατηγού, που στην κυριολεξία αποτελούσε το alter ego  του κ. Μητσοτάκη, προσωπικά δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι ο ίδιος ο τότε διοικητής της ΕΥΠ Αντιπτέραρχος Παναγιώτης Μπαλές «EΔΩΣΕ» στους Αμερικανούς τον πράκτορά μας Στίβεν Λάλα. Το ότι όμως το περιστατικό συνέβη επί διοικήσεώς του, κάτω από τα μάτια του, φέρει βαρύτατη ευθύνη.

Σύμφωνα με δημοσιεύματα της εφημερίδος «ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ» υπάρχουν δύο εκδοχές για την αποκάλυψη του Στίβεν Λάλα στους Αμερικανούς. Η πρώτη λέει ότι η αποκάλυψη οφείλεται σε λανθασμένους χειρισμούς των πληροφοριών Λάλα για το Σκοπιανό από την τότε Υφυπουργό Εξωτερικών Βιργινία Τσουδερού και τον πρεσβευτή μας στην Ουάσιγκτον Χρήστο Ζαχαράκη. Πιο συγκεκριμένα, ένα σήμα που διαβιβάστηκε από τον Λάλα στον Έλληνα χειριστή της ΕΥΠ, δεν εστάλλει, όπως θα έπρεπε, στη Διεύθυνση Συλλογής και Επεξεργασίας Πληροφοριών, αλλά  απ’ ευθείας στην Υφυπουργό Εξωτερικών Βιργινία Τσουδερού. Εκείνη, σύμφωνα πάντοτε με το δημοσίευμα, δίνει εντολή στον Πρέσβη μας  στην Ουάσιγκτον Χρήστο Ζαχαράκη να προβεί σε διάβημα διαμαρτυρίας και όταν αυτό πραγματοποιείται οι Αμερικανοί αντιλαμβάνονται αμέσως ότι η διαρροή προήλθε από την Αμερικανική Πρεσβεία της Αθήνας, διότι μόνο αυτή έχει λάβει το σχετικό έγγραφο. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκδοχή, κατά λάθος η κυρία Τσουδερού «έδωσε» τον Λάλα στον Αμερικανό Πρέσβη Μάικλ Σωτήρχο. Ότι όμως απ’ τα δύο κι αν συνέβη, η συνέχεια δεν επρόκειτο να αλλάξει. Κάτω από απόλυτη μυστικότητα, κλιμάκιο του FBI με επικεφαλής τον john Quatroqui ήλθε στην Αθήνα να διερευνήσει την υπόθεση, αρχίζοντας απ’ τους επτά υπαλλήλους που είχαν πρόσβαση στη Μονάδα Επικοινωνίας Προγραμμάτων της Πρεσβείας. Στο χώρο τοποθετούνται κάμερες οι οποίες καταγράφουν τον Λάλα να αφαιρεί τα έγγραφα, αντί να τα καταστρέφει. Από την παρακολούθηση του Λάλα το Αμερικανικό κλιμάκιο διαπίστωσε και τις τακτικές επισκέψεις του στο διαμέρισμα της ΕΥΠ στου Ζωγράφου, στο οποίο συναντούσε τους Έλληνες συνεργάτες του της ΕΥΠ.

 Στις 28 Απριλίου 1993 ο Λάλας κλήθηκε από τη CIA στη Βιρτζίνια, για να ενημερωθεί δήθεν για σημαντικό υπηρεσιακό θέμα. Συνελήφθη όμως αμέσως όταν κατέβηκε από τη σκάλα του αεροπλάνου. Στα γραφεία της CIA υπεβλήθη σε αλλεπάλληλες ανακρίσεις, με αποτέλεσμα, κάτω από τα αδιάσειστα στοιχεία των Αμερικανικών Μυστικών Υπηρεσιών να παραδεχθεί την ενοχή του και να οδηγηθεί στο στρατοδικείο, το οποίο τον καταδίκασε σε 14ετή φυλάκιση για «κατασκοπεία προς όφελος συμμάχου χώρας». Αξίζει στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι μετά τη σύλληψη του Λάλα, στην Ελλάδα ήταν σαν να μην έγινε τίποτε. Έτσι η μεν κυβέρνηση έθαψε τελείως το θέμα και δεν το ενέταξε καν στην ατζέντα των διμερών θεμάτων με τις ΗΠΑ, όταν το Ισραήλ σε ανάλογη περίπτωση είχε εντάξει στην ατζέντα των διμερών θεμάτων του με τις ΗΠΑ, ως πρώτο το θέμα την αποφυλάκιση του Ισραηλινού κατασκόπου Jonathan Pollard. Βεβαίως δεν περιμέναμε τίποτε καλύτερο από τη διοίκηση της ΕΥΠ  η οποία δεν διέταξε ούτε μια απλή Ένορκη Διοικητική Εξέταση  για τον εντοπισμό του υπευθύνου, για την αποκάλυψη του πλέον σημαντικού και πολύτιμου  πληροφοριοδότου της χώρας. Το χειρότερο δε όλων είναι ότι μετά τον εγκλεισμό του στις φυλακές, ο Λάλας εγκαταλείφθηκε στην τύχη του από τις ελληνικές κυβερνήσεις, όπως στην τύχη της αφέθηκε και η οικογένειά του, η οποία διέμενε στη Χρυσούπολη της Καβάλας, τη στιγμή μάλιστα που ένα από τα παιδιά του είχε γεννηθεί με το σύνδρομο DOWN. To μόνο που κέρδισε από όλη αυτή την περιπέτεια ο Στίβεν Λάλας είναι η ελληνική υπηκοότητα την οποία πήρε μετά από αγώνα δύο ετών, μετά τη μόνιμη εγκατάστασή του στη Χρυσούπολη Καβάλας στις 25 Νοεμβρίου 2007, όπου ζει με την οικογένειά του.

Κλείνοντας θα αποτελούσε σοβαρή παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι αποτελεί  χείριστο παράδειγμα παγκοσμίως, για μια χώρα που ωφελήθηκε τόσο πολύ απ’ την προσφορά ενός γνησίου τέκνου της, το οποίο για χάρη της θυσίασε τη λαμπρή καριέρα του στην Αμερικανική Υπηρεσία, την προσωπική του ελευθερία και τη ζωή του, να εγκαταλείπεται ανελέητα στην τύχη του από την ίδια την πατρίδα του.