ΜΗΝΥΣΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΛΕΥΡΗ ΓΙΑ ΤΑ «ΕΛΓΙΝΕΙΑ ΜΑΡΜΑΡΑ» ΤΟΥ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ

.jpg
0
0
0
s2smodern

ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ κ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΓΚΛΗΣΙΣ Κωνσταντίνου Πλεύρη, Δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, οδός Σκουφά 81

ΚΑΤΑ Της Διοικήσεως του Βρετανικού Μουσείου (British Museum) εδρεύοντος στο Λονδίνον με διεύθυνσιν Covent Garden, Great Russell St. Bloombury, London WC1B 3DG UK νομίμως εκπροσωπουμένου

Το ανωτέρω εγκαλούμενον δημόσιον ίδρυμα, υπό το τίτλον Βρετανικόν Μουσείον ωθούμενον εξ ιδιοτελείας ηγόρασε παρανόμως και νυν κατέχει και εκθέτει Ελληνικούς αρχαιολογικούς θησαυρούς ανυπολογίστου αξίας, οι οποίοι περιήλθον εις αυτό εκ διακεκριμένης κλοπής, υπό τας εν συνεχεία ιστορουμένας συνθήκας. Ο Άγγλος λόρδος σκωτικής καταγωγής Θωμάς Έλγιν (1766-1841) διετέλεσε πρεσβευτής της Αγγλίας στην κατεχομένην υπό των Τούρκων Κωνσταντινούπολιν, κατά το χρονικόν διάστημα 1799-1803. Με την ιδιότητά του αυτήν εζήτησε από τον Σουλτάνο άδειαν ερεύνης της Ελλάδος δι' αρχαιότητας, την οποίαν και έλαβε με ειδικόν “φιρμάνιον” όπου του εχορηγείτο το δικαίωμα, να αποσπάση από τα Αρχαιοελληνικά μνημεία ο,τιδήποτε ήθελε και να καταστή κύριος αυτού. Τότε και συγκεκριμένως τον Ιούλιον του 1800 έφερε στην Ελλάδα συνεργεία Ιταλών τεχνιτών, οι οποίοι ενέσκηψαν στον Ιερόν Ναόν της Θεάς Αθηνάς και απεγύμνωσαν τον Παρθενώνα από τα εκπληκτικού κάλλους γλυπτά αριστουργήματα αμυθήτου οικονομικής αξίας.

Ειδικώτερον ο Άγγλος ιερόσυλος λωποδύτης αφήρεσε μία Καρυάτιδα, επιγραφάς εκ της Ακροπόλεως, γλυπτά εκ του Θησείου (χορηγικόν μνημείον του Θρασύλλου) πλήθος γλυπτών κοσμημάτων, αγαλμάτων κ.τ.λ. Που 30 Άγγλοι ναύται μετέφερανστην εν Αθήναις οικίαν του προξένου της Αγγλίας. Επεδίωξε μάλιστα να αποσπάση όλην την πρόστασιν του Ερεχθείου, αλλά δεν το έπραξε, διότι δεν υπήρχε τόσο μεγάλο πλοίον διά να την μεταφέρη. Τον ίδιο καιρό ο Άγγλος λωποδύτης ήρπασεν αρχαιότητας από τον Δήλον, τας Μυκήνας, τον Ορχομενόν και από διάφορα άλλα μνημεία της Αττικής. Συνολικώς έκλεψε 253 τεμάχια ανυπολογίστου αρχαιολογικής αξίας, τα οποία εκτίθενται στο εγκαλούμενον Βρετανικόν Μουσείον. Ήδη από του 1807 μετεφέρθησαν διά πλοίων διάφορα γλυπτά στο Λονδίνο, όπου εξετέθησαν ιδιωτικώς υπό του Έλγιν και μέχρι το 1815 ηύξανε ο αριθμός των εκθεμάτων. Λόγω του θαυμασμού, τον οποίον προεκάλεσε η εμφάνισίς των στο κοινόν ενδιεφέρθη το Βρετανικόν Μουσείον να τα αγοράση, ώστε να αυξήση τα έσοδά του εκ της επδείξεώς των. Προς τούτο τον Αύγουστον του 1816 επλήρωσε στον Έλγιν 35.000 λίρας και ήρχισε η μεταφορά των γλυπτών στο Μουσείον, όπου ανηγέρθη ειδική αίθουσα διά να τοποθετηθούν εκεί. Μάλιστα, τότε η βρετανική βουλή ενέκρινε την ονομασίαν της αιθούσης με τον αδιάντροπον τίτλον “Ελγίνια Μάρμαρα” (“The Elgin Marbles”) κατά διεθνή πρωτοτυπίαν τα κλαπέντα να λαμβάνουν το όνομα του κλέπτου! Τα γλυπτά παρέμειναν εκεί μέχρι το 1831. Αργότερον εγένετο διάφοροι μετατροπαί της αιθούσης και μετά την λήξιν του Α' Παγκοσμίου Πολέμου ετοποθετήθησαν εις περίοπτον χώρον ο οποίος επίσης αδιαντρόπως ωνομάσθη “Αίθουσα Ελγίνου” (“Elgin Room”) πάλι κατά διεθνή πρωτοτυπίαν διότι τιμάται ο κλέπτης.

Διά να είμεθα όμως ειλικρινείς πολλοί εξέχοντες πνευματικοί άνθρωποι και πολιτικοί της Αγγλίας επέκριναν την αποδοχή των κλοπιμαίων, από το Βρετανικόν Μουσείον. Μάλιστα ο Λόρδος Βύρων κατηγόρησε με σφοδρότητα την κλεπταποδοχήν εις δύο περίφημα ποιήματά του, ήτοι: “Η κατάρα της Αθήνας” (“The curse of Minerva”) που έγραψε εις 312 στίχους στην Αθήνα το 1811 και “Child Harold” (“Προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ”) που έγραψε το 1812. Επαινετός είναι ο βουλευτής Χάμμερσλεϋ ο οποίος εδήλωσε στην αγγλική βουλή, ότι πρέπει τα γλυπτά που “ελήφθησαν απρεπώς” να επιστραφούν στην Ελλάδα χωρίς διατυπώσεις, αλλά αμέσως. Να σημειώσωμεν, ότι ο ιερόσυλος παλιάνθρωπος, αφού κατελήστευσε τον Παρθενώνα εχάραξε στη δυτική του πλευρά το όνομά του και το όνομα της γυανικός του. Άξιον μνείας είναι, ότι κάποιος ξένος έγραψε στα λατινικά κάτω από τα χαραχθέντα ονόματα: “Αυτό δεν το έκαναν οι Γότθοι το έκαναν οι Σκώτοι”. Αλλά και ο Βύρων στο πρώτο ποίημά του κατηγορεί τον Έλγιν διά του στόματος της Θεάς Αθηνάς που έγραψε “το μισητό όνομά του, στον ναό μου” και όσα δεν κατέστρεψε ο Αλάριχος τα έκλεψε ο βάρβαρος Ελγίνος και η Θεά εκφράζει την οργήν της με τα λόγια: “καταραμένη νάναι η ζωή του και ο τάφος”. Στο δεύτερο ποίημά του, όταν έμαθε, ότι ένα πλοίο που μετέφερε τους αρχαιολογικούς θησαυρούς μας εναυάγησε πλησίον των Κυθήρων έγραψε: “Ακόμη και τα κύματα αρνήθησαν να γίνουν συνένοχοι της ιεροσολίας”. Όντως είναι προσβλητικόν, διά την Αγγλίαν, στο Μουσείον της να εκτίθενται γλυπτά, τα οποία προήλθον από αξιόποινον, ιερόσυλον και ανήθικον πράξιν. Αλλά τούτο συμβαίνει, διά τον ταπεινόν λόγον του αισχρού οικονομικού κέρδους.

Οι επισκέπται του Μουσείου, που θαυμάζουν τα Ελληνικά αριστουργήματα διερωτώνται: διατί ένα – υποτίθεται – πολιτισμένο Έθνος ανέχεται να εκτίθενται στο Μουσείον του έργα άλλου Έθνους και φυσικά διατί δεν τα επιστρέφει στην Πατρίδα τους. Ονομάζεται Βρετανικό Μουσείον, αλλά στας αιθούσας του δεν υπάρχει κάτι βρετανικόν. Ας ετοποθέτουν οι Άγγλοι στο Μουσείον τους τα έργα των προγόνων τους να τα εβλέπαμε και όχι τα έργα των δικών μας προγόνων. Αλλά δεν το πράττουν, διότι προφανώς οι αρκουδοτόμαροι πρόγονοί τους ήσαν άξεστοι, ημιάγριοι και το πολύ – πολύ να κατεσκεύαζαν κάτι πελέκεις. Η αλήθεια και η λογική βεβαιώνουν, ότι τα γλυπτά μας ανήκουν στην Ελλάδα και όχι στην Αγγλίαν. Επειδή το Βρετανικόν Μουσείον στερείται του ήθους και της αξιοπρεπείας να τα επιστρέψη αναγκαζόμεθα να προσφύγωμεν στην Ελληνικήν Δικαιοσύνην προκειμένου, διά της δικαστικής οδού να διεκδικήσωμεν την πολιτιστικήν κληρονομίαν, που μας ανήκει. Από την άποψιν της ουσίας, του δικαίου, της λογικής και της ιστορικής αληθείας τα Ελληνικά γλυπτά αριστουργήματα ανήκουν στην Ελλάδα και από νομικής απόψεως επαγόμεθα τα εξής: α) Ο Έλγιν με τα σημερινά ποινικά δεδομένα διέπραξε διακεκριμένην κλοπήν ως υπαίτιος αφαιρέσεως αντικειμένων αρχαιολογικής αξίας κατά το άρθρον 374 Π.Κ. β) Το Βρετανικόν Μουσείον αποδεδειγμένως ηγόρασε και εκμεταλλεύεται οικονομικώς πράγματα, τα οποία προήλθονα πό αξιόποινον πράξιν. Η κατοχή τοιούτων πραγμάτων προβλέπεται και τιμωρείται υπό του Ποινικού Νόμου (άρθ. 394 Π.Κ.). γ) Το Ελληνικόν κράτος ώφειλε κατά συνταγματικήν επιταγήν (άρθ. 24 παρ. 1 και 6) να λάβη τα προσήκοντα νομικά μέτρα κατά του κλεπταποδόχου ιδρύματος, τα οποία δυστυχώς δεν έλαβε μολονότι ρητώς ορίζεται στο Σύνταγμα, ότι το κράτος έχει υποχρέωσιν να προστατεύη τα μνημεία και ο κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να τα προστατεύη. Επί ταύτης δε της συνταγματικής διατάξεως ερείδεται η ενεργητική νομιμοποίησίς μου διά την άσκησιν εγκλήσεως κατά του Βρετανικού Μουσείου. δ) Ο μεν ιερόσυλος Έλγιν δι' ευνοήτους λόγους είναι αδύνατον να λογοδοτήση στην δικαιοσήνη, το δε Βρετανικόν Μουσείον πρέπει να λογοδοτήση και να τιμωρηθή, διά την αποδοχήν προϊόντων κλοπής. Το αδίκημά τους είναι απαράγραπτον ως διαρκές, αφού παρανόμως εξακολουθεί να τα κατέχη και να αισχροκερδή εξ αυτών. ε) Την εποχήν που ο Έλγιν διέπραξε την λεηλασίαν των Ελληνικών μνημείων η Ελλάς ως γνωστόν ήτο χώρα κατεχομένη από τους Τούρκους, οι οποίοι ως κατακτηταί εστερούντο νομίμου δικαιώματος διακυβερνήσεως της Χώρας, καθόσον η εξουσία των εβασίζετο επί της βίας, η οποία ως ανελεύθερον μέτρον δεν δημιουργεί έννομον τάξιν. Σχετικώς ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών (άρθ. 2 παρ. 4) απαγορεύει την χρήσιν βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητος των κρατών. Άλλως τε “Με το ισχύον διεθνές δίκαιο καμία εδαφική μεταβολή που αποτελεί συνέπεια παράνομης χρήσεως βίας δεν είναι νόμιμη” (Εμ. Ρούκουνα “Διεθνές Δίκαιο” τομ. Β, σελ. 35).

Επομένως ο Σουλτάνος δεν ενομοποιείτο να χαρίση στον ιερόσυλο κλέπτη τους Ελληνικούς αρχαιοελληνικούς θησαυρούς των οποίων ως εξόχως απολίτιστος δεν εγνώριζε την αξίαν των και τα απεκάλει μάρμαρα, όπως τα αποκαλούν οι παρ' ημίν απαίδευτοι. Επειδή το εγκαλούμενον Βρετανικόν Μουσείον διαπράττει το διαρκές ποινικόν αδίκημα της κλεπταποδοχής, ήτοι της παρανόμου αγοράς προϊόντων προερχομένων εξ αξιοποίνου πράξεως δι' ιδιοτελείς σκοπούς. Επειδή τα Ελληνικά δικαστήρια και δη το Δικαστήριον των Εφετών (αρθ. 111 Κ.Π.Δ.) είναι καθ' ύλην αρμόδιο και κατά τόπον (συνδυασμός άρθρων 122, 123 του Κ.Π.Δ.) να επιληφθή της παρούσης εγκλήσεως

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Εγκαλώ τους διευθύνοντας το Βρετανικόν Μουσείον ενώπιον Υμών και αιτούμαι την παραδειγματικήν τιμωρίαν των.

Εν Αθήναις τη 17η Δεκεμβρίου 2018

Ο εγκαλών

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α. ΠΛΕΥΡΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

ΚΟΙΝ.:

Στον Δήμαρχο του Λονδίνου, που δεν είναι Άγγλος, αλλά Πακιστανός και Μουσουλμάνους, μήπως διαθέτει περισσοτέραν ευθιξίαν, από το Βρετανικόν Μουσείον και συμπαρασταθή στο αίτημα επιστροφής των Ελληνικών γλυπτών.

Η επιστολή στην Υπουργό Πολιτισμού

Εν Αθήναις τη 17η Δεκεμβρίου 2018 Προς την κ. Μυρσίνη Ζορμπά Υπουργόν Πολιτισμού και Αθλητισμού Ενταύθα Κυρία Υπουργέ,

Υπάρχουν δύο μεγάλα θέματα, διά τα οποία το υπουργείον σας μέχρι τώρα έχει αδιαφορήσει. Αυτά είναι: Πρώτον, η αποκάλυψις του Δημοσίου Σήματος, που είναι υψίστης αρχαιολογικής και πολιτιστικής αξίας και διά το οποίον προηγούμενοι αρμόδιοι υπουργοί δεν ήξεραν τι είναι! Και δεύτερον, τα γλυπτά (253 τεμάχια) που έκλεψε ο Έλγιν, διά τα οποία το υπουργείον σας, μέχρι τώρα δεν έκανε νομικάς ενεργείας, προς επιστροφήν των, παρά μόνον παρακλήσεις, δηλαδή τίποτε. Ως Έλλην πολίτης έχω δικαίωμα εκ του Συντάγματος (άρθ. 24 παρ. 1, 6) να προστατεύω τα μνημεία μας και ασκών το δικαίωμά μου τούτο καταθέτω έγκλησιν κατά του Βρετανικού Μουσείου την οποίαν συνημμένως σας αποστέλλω και ζητώ το υπουργείον σας να συμπαρασταθή στο καθόλα νόμιμον και ηθικόν αίτημά μου. Παρακαλώ και βάσει του άρθ. 10 παρ. 1 του Συντάγματος να τύχω απαντήσεως.

Με τιμή Κωνσταντίνος Α. Πλεύρης

Δικηγόρος

Ετικέτες: Πλεύρης Μάρμαρα Παρθενώνας Έλγιν



e-genius.gr ...intelligent web software