Μπήκαμε στα μνημόνια με δημόσιο χρέος 341 δις και βγαίνουμε με 1.015 δις €!

GH.png
0
0
0
s2smodern

Γράφει ο Γιώργος Βάμβουκας

Καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ)

Η χώρα έχει εισέλθει σε φάση προεκλογικής περιόδου και για άγρα ψήφων η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ προπαγανδίζει την έξοδο της Ελλάδας από τα μνημόνια. Από την άλλη μεριά, τα κόμματα του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας, που έβαλαν τη χώρα στην εθνική περιπέτεια των μνημονίων και με πάθος εφάρμοσαν εξοντωτικά μέτρα οικονομικής πολιτικής, υποστηρίζουν ότι το τέταρτο μνημόνιο έχει ήδη τεθεί σε εφαρμογή, λόγω της πρόσφατης ψήφισης από τη Βουλή των Ελλήνων του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Πολιτικής 2019-2022, το οποίο ως γνωστόν συνεπάγεται χαρατσώματα για τους πολίτες και ψαλιδίσματα συντάξεων άνω των 5 δις ευρώ (€). Οι πολίτες που έχουν στοιχειώδη λογική αντιλαμβάνονται ότι τα μνημονιακά κόμματα κυβερνητικής εξουσίας, δηλαδή ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, προκλητικά εμπαίζουν την δεινοπαθούσα από τις απάνθρωπες μνημονιακές πολιτικές ελληνική κοινωνία.

Τον Μάιο του 2010 που η χώρα μας υποτάχτηκε στο πέλμα των μνημονίων, το συνολικό βραχυπρόθεσμο και μεσομακροπρόθεσμο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης εκτιμάτο σε 341 δις ευρώ(€) ή 147% του ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν). Τον Ιούνιο του 2018 το συνολικό βραχυπρόθεσμο και μεσομακροπρόθεσμο χρέος της Ελλάδας έφτασε στο τρομακτικό επίπεδο των 1.015,4 δις €, αποτελώντας το 562,5% του ΑΕΠ της ελληνικής οικονομίας. Ο πρωταρχικός στόχος των ασκούμενων μνημονιακών οικονομικών πολιτικών ήταν και βέβαια εξακολουθεί να είναι η βιωσιμότητα του δημοσίου χρέους της χώρας. Ο όρος “βιωσιμότητα” θεωρείται ταυτόσημος του όρου “διαχειρισιμότητα”, με την έννοια ότι η χώρα με τις δικές της οικονομικές δυνάμεις θα δύναται στο μέλλον να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος της. Είναι δυνατόν το δημόσιο χρέος μιας χώρας να χαρακτηρίζεται βιώσιμο, όταν αυξάνεται επί σειρά ετών με αχαλίνωτους ρυθμούς;

Για την αξιοπιστία και την αμεροληψία της ανάλυσής μας θα χρησιμοποιήσουμε στατιστικά στοιχεία που αφορούν το συνολικό χρέος της κεντρικής κυβέρνησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία του πίνακα 2, το πραγματικό δημόσιο χρέος της Ελλάδας προκύπτει από το άθροισμα του βραχυπρόθεσμου και του μεσομακροπρόθεσμου χρέους της κεντρικής κυβέρνησης. Ο ουσιαστικός λόγος που εστιάζουμε στο “χρέος της κεντρικής κυβέρνησης”, είναι ότι η συγκεκριμένη μορφή χρέους αξιολογείται ως το αντικειμενικότερο μέγεθος απεικόνισης του συνολικού δημοσίου χρέους της Ελλάδας. Αξιοσημείωτο είναι ότι τα δύο κουρέματα του δημοσίου χρέους της χώρας κατά την διάρκεια του 2012, έγιναν με βάση το επίπεδο του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης.

Πηγή προέλευσης των στοιχείων είναι το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους(ΓΛΚ), ένας φορέας που υπάγεται στο Υπουργείο Οικονομικών. Πιο συγκεκριμένα, τα στατιστικά στοιχεία που καταγράφονται στους πίνακες 1, 2, 3, 4 και 5, προέρχονται από τις ακόλουθες περιοδικές εκδόσεις του ΓΛΚ: 1) Το Μηνιαίο Δελτίο Εκτέλεσης του Κρατικού Προϋπολογισμού. 2) Το Δελτίο Μηνιαίων Στοιχείων της Γενικής Κυβέρνησης∙ 3) Το Δελτίο Δημοσίου Χρέους που εκδίδεται κάθε τρίμηνο. 4) Τις ετήσιες εκδόσεις Απολογισμού του Κρατικού Προϋπολογισμού. Και 5) Τις ετήσιες Εισηγητικές Εκθέσεις του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Στον πίνακα 1 απεικονίζεται το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης, που από την πλευρά των εκάστοτε ελληνικών κυβερνήσεων αντικατοπτρίζει το επίσημο δημόσιο χρέος της Ελλάδας. Η συγκεκριμένη μορφή χρέους περιλαμβάνει σε ποσοστό περίπου 85%, εκείνες τις κατηγορίες δανεισμού που αντιπροσωπεύουν τον μεσοπρόθεσμο και τον μακροπρόθεσμο δανεισμό της χώρας. Από τον πίνακα 1 συνάγεται ότι κατά την περίοδο 1950-1980, ο λόγος δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ από 3,8% αυξήθηκε σε 19,6%. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι κατά την περίοδο 1950-1980, ο λόγος δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ κυμαινόταν κάτω από το 20%. Μετά το 1980 το δημόσιο χρέος της Ελλάδας άρχισε να σημειώνει ραγδαία άνοδο. Η δραματική άνοδος του δημοσίου χρέους οφειλόταν στη συνεχή διεύρυνση των ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού. Κατά την περίοδο 1980-2009 τα κρατικά ελλείμματα με τη μορφή χιονοστιβάδας αθροίζονταν στο δημόσιο χρέος.

Η συνεχής αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων αποδίδεται πρωτίστως στην αχαλίνωτη ανοδική πορεία των κρατικών δαπανών. Ωστόσο, το εύλογο ερώτημα είναι: Σε ποιους αντικειμενικούς παράγοντες αποδίδεται η εντυπωσιακή άνοδος των κρατικών δαπανών, με συνέπεια την διόγκωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και άρα την αναπόφευκτη ανοδική τάση του δημοσίου χρέους; Σε πολλά βιβλία, μονογραφίες και άρθρα μου έχω υπογραμμίσει ότι η τρομακτική αύξηση των κρατικών δαπανών κατά την περίοδο 1980-2009, αποδίδεται κυρίως στην ασύστολη διαφθορά των πολιτικών κομμάτων που διαχειρίζονταν την κυβερνητική εξουσία και στις πάμπολλες έκνομες οικονομικές δραστηριότητες που συνθέτουν το κύκλωμα της άνομης παραοικονομίας, όπως λαθρεμπόριο (καυσίμων, ναρκωτικών, όπλων, ποτών, ειδών ένδυσης, παιγνίων, τροφίμων, κ.ά.), πορνεία, φοροδιαφυγή, φοροαποφυγή, αρχαιοκαπηλία, δωροδοκία πολιτικών προσώπων και κρατικών υπαλλήλων, κ.λπ. Δοθέντος ότι το κρατικό έλλειμμα αποτελεί μέρος της κρατικής δαπάνης, συμπεραίνεται ότι η τρομακτική αύξηση του δημοσίου χρέους της Ελλάδας κατά την περίοδο 1980-2009 συσχετίζεται με την υπερδιόγκωση των ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού. Η χρεοκοπία της Ελλάδας το 2009 ήταν το θλιβερό αποτέλεσμα της συνεχούς διόγκωσης των κρατικών ελλειμμάτων σε συνθήκες διαφθοράς του κυβερνητικού συστήματος εξουσίας και εντυπωσιακής αύξησης της άνομης παραοικονομίας. Τα στατιστικά στοιχεία του πίνακα 1 είναι λίαν αποκαλυπτικά. Ο λόγος δημόσιο χρέος προς ΑΕΠ από μόλις 7,9% το 1960 και 19,6% το 1980 εμφανίζει σφοδρή άνοδο σε 125,7% το 2009. Σε απόλυτα μεγέθη το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης κατά την περίοδο 1970-Ιούνιος 2018 από 2,12 αυξήθηκε σε 345,4 δις $. Δηλαδή, σε χρονική περίοδο 48 ετών το δημόσιο χρέος της Ελλάδας αυξήθηκε 162,9 φορές.

Η φοβερή άνοδος του δημοσίου χρέους ιδίως μετά το 1980 συνετέλεσε στην εντυπωσιακή αύξηση των δαπανών εξυπηρέτησής του. Σύμφωνα με τα στοιχεία του πίνακα 3, κατά την περίοδο 1980-2009 το δημόσιο χρέος είχε μια ανεξέλεγκτη δυναμική, λόγω του ότι η αλματώδης ανοδική του τάση προκαλούσε την συνεχή και επιταχυνόμενη αύξηση των τοκοχρεολυτικών δαπανών εξυπηρέτησής του. Αναφορικά με την πορεία του μεσομακροπρόθεσμου χρέους της κεντρικής κυβέρνησης, οι συνολικές δαπάνες σε τόκους και χρεολύσια από μόλις 0,82 δις € το 1980 αυξήθηκαν σε 8,9 δις € το 2000 και εκτοξεύτηκαν σε 41,6 δις € το 2009. Με την πάροδο του χρόνου οι αυξανόμενες δαπάνες εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους αποδείχτηκαν στην πράξη δυσβάστακτες για τον κρατικό προϋπολογισμό. Αξιοπρόσεκτο είναι ότι το 2009, οι δαπάνες τοκοχρεολυσίων έφτασαν στο σημείο να προσεγγίζουν τα καθαρά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού.

Στις αρχές του 2010, η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Ανδρέα Παπανδρέου(ΓΑΠ), παραδέχτηκε ότι η Ελλάδα δεν δύναται πλέον να ανταποκριθεί στις υπερβολικές δαπάνες εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους. Κατόπιν συνεννόησης της κυβέρνησης ΓΑΠ με τους ξένους πιστωτές, συναποφασίστηκε τον Μάιο του 2010 η υπαγωγή της Ελλάδας σε πρόγραμμα λιτότητας που θα κάλυπτε την περίοδο 2010-2014. Οι ξένοι πιστωτές εκπροσωπούντο από την τρόικα, δηλαδή την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Στα πλαίσια του προγράμματος λιτότητας, η Ελλάδα θα ελάμβανε δάνειο 110 δις € εκ των οποίων τα 30 δις € θα προέρχονταν από το ΔΝΤ και τα υπόλοιπα 80 δις € από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Οι ποσοτικοί στόχοι του προγράμματος σταθερότητας απεικονίστηκαν στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής 2010-2014. Ωστόσο, το πρόγραμμα λιτότητας 2010-2014 απέτυχε παταγωδώς, με αποτέλεσμα τον Ιούνιο του 2011 να εφαρμοστεί από την κυβέρνηση ΓΑΠ ένα νέο πρόγραμμα σταθερότητας, ευρέως γνωστό ως Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής (ΜΠΔΣ) 2012-2015.

Το κυβερνητικό οικονομικό επιτελείο μαζί με την τρόικα δεν κατόρθωσαν να προβλέψουν επιτυχώς τις αναπτυξιακές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας και κυρίως απέτυχαν στον πρωταρχικό δημοσιονομικό στόχο που ήταν η μείωση του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Τον Δεκέμβριο του 2011 το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης είχε εξακοντιστεί στα 368,0 δις ευρώ, αποτελώντας έτσι το 177,8% του ΑΕΠ. Αυτό το θεόρατο χρέος έπρεπε να αποπληρωθεί σε χρονική περίοδο μόλις επτά ετών, κάτι το οποίο ήταν αδύνατον να συμβεί στην περίπτωση της Ελλάδας, που ήδη διερχόταν φάση οξύτατης οικονομικής κρίσης. Τον Φεβρουάριο του 2012 η τρόικα σε συνεργασία με τους ξένους πιστωτές αποφάσισαν την αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους της Ελλάδας, συντελώντας στο εντυπωσιακό κούρεμα του χρέους κατά 106,0 δις €. Τον Δεκέμβριο του 2012 αποφασίστηκε το δεύτερο κούρεμα του χρέους της κεντρικής κυβέρνησης, επιφέροντας την περαιτέρω ελάττωσή του κατά 32 δις €. Δηλαδή, κατά την διάρκεια του 2012 τα δύο κουρέματα συνέβαλαν στην μείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους κατά 138,0 δις €. Το κούρεμα των 138,0 δις € θεωρείται πρωτοφανές στα δεδομένα της παγκόσμιας οικονομικής ιστορίας.

Το πρώτο κούρεμα του δημοσίου χρέους συνοδεύτηκε με την υπογραφή ενός δευτέρου μνημονίου μεταξύ Ελλάδας και τρόικας. Παράλληλα, τέθηκε σε εφαρμογή το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016. Δυστυχώς, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ήταν συνεχώς επιδεινούμενη, καθιστώντας αβέβαιες τις βραχυμεσοπρόθεσμες προοπτικές της. Παρότι το 2012 το δημόσιο χρέος κουρεύτηκε δύο φορές, το χρέος εξακολουθούσε να αυξάνεται με γρήγορους ρυθμούς σε συνθήκες παρατεταμένης κρίσης της εθνικής μας οικονομίας. Τον Απρίλιο του 2014 η τότε κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ μαζί με την τρόικα, υιοθέτησαν το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2015-2018. Ωστόσο και αυτό το πρόγραμμα σταθερότητας είχε την αρνητική κατάληξη των προηγούμενων.

Η αποτυχία της ασκούμενης μακροοικονομικής πολιτικής πιστοποιείται από το γεγονός ότι η Ελλάδα τον Αύγουστο του 2015 δεσμεύτηκε με την υπογραφή ενός τρίτου μνημονίου. Με την συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) στην πλευρά των ξένων πιστωτών, η τρόικα μετονομάστηκε σε κουαρτέτο. Από τον Νοέμβριο του 2015 και έως τον Μάιο του 2018, η κυβέρνηση μαζί με το κουαρτέτο δέσμευσαν την ελληνική κοινωνία με την εφαρμογή σκληρότατων μέτρων πολιτικής, μέτρα πολιτικής που καταγράφονται στα Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2016-2019, 2018-2021 και 2019-2022. Η αύξηση των φορολογικών βαρών, το πετσόκομμα των μισθών, η κατακρεούργηση των συντάξεων, η συρρίκνωση των δαπανών κοινωνικής πρόνοιας, κ.λπ., αντανακλούν τις ανάλγητες διαστάσεις των ασκούμενων μνημονιακών πολιτικών από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις μετά το 2010.

Η περίπτωση της Ελλάδας έχει ιλαροτραγικές διαστάσεις. Μετά τον Μάιο του 2010 που η χώρα μας δεσμεύτηκε με την εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών, τα ανελέητα μέτρα οικονομικής πολιτικής εφαρμόζονται αλλά το δημόσιο χρέος συνεχώς αυξάνεται. Τα στοιχεία του πίνακα 2 είναι λίαν αποκαλυπτικά. Στην στήλη 1 παρίσταται το χρέος της κεντρικής κυβέρνησης, όπως αυτό καταγράφεται από το Υπουργείο Οικονομικών και παράλληλα αναφέρεται στη βάση δεδομένων της Eurostat, του OECD και του IMF. Το βραχυπρόθεσμο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης που απεικονίζεται στην δεύτερη στήλη του πίνακα 2, αφορά έντοκα γραμμάτια του ελληνικού δημοσίου χρονικής διάρκειας μικρότερης των 12 μηνών. Η αξία των εντόκων γραμματίων καταγράφεται στον κωδικό 5000 του κρατικού προϋπολογισμού. Τα ποσά που μνημονεύονται στην στήλη 2 αφορούν ουσιαστικά το απόθεμα των εντόκων γραμματίων, που το Υπουργείο Οικονομικών αποκαλεί “εισπράξεις βραχυπρόθεσμου δανεισμού”. Από τεχνοκρατικής άποψης θα πρέπει να επισημανθεί, ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, οι ετήσιες “εισπράξεις βραχυπρόθεσμου δανεισμού” προσεγγιστικά είναι ίσες με το ποσό των ετήσιων “εξοφλήσεων βραχυπρόθεσμου δανεισμού”.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι στα στοιχεία του πίνακα 2 δεν περιλαμβάνεται η συνολική αξία των swaps. Τα swaps αφορούν “συμφωνίες” ανταλλαγής ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, αποσκοπώντας στην εξόφληση των ομολόγων αυτών σε συγκεκριμένη μελλοντική χρονική περίοδο. Δηλαδή, με την πολιτική των “συμφωνιών ανταλλαγής” (swaps agreements), ένα μέρος του δημοσίου χρέους μεταφέρεται για εξόφληση στο μέλλον. Δοθέντος ότι τα swaps agreements δεν συνυπολογίζονται στο τρέχον δημόσιο χρέος, σαφές είναι ότι το πραγματικό μέγεθος του δημοσίου χρέους της χώρας τεχνηέντως υποεκτιμάται κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο. Έχοντας κατά νου διάφορους ανεπίσημους υπολογισμούς, η συνολική αξία των ελληνικών κρατικών ομολόγων που έχουν στην πλάτη τους swaps agreements εκτιμάται τον Ιούνιο του 2018 περίπου σε 60 δις ευρώ.

Τα στοιχεία του πίνακα 2 πιστοποιούν ότι μετά το 2009 το πραγματικό δημόσιο χρέος της Ελλάδας αυξάνεται με τρομακτικούς ρυθμούς. Την περίοδο 2009-2018, το πραγματικό δημόσιο χρέος από 340,5 δις € ή 143,4% του ΑΕΠ εκτιμάται ότι εκτινάχτηκε στα 1.015,4 δις € ή 562,5% του ΑΕΠ. Για την αξιοπιστία της ποσοτικής μας ανάλυσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι τον Μάιο του 2010 το συνολικό χρέος της κεντρικής κυβέρνησης ανερχόταν σε 341 δις €, εκ των οποίων τα 314 δις αφορούσαν μεσομακροπρόθεσμο χρέος και τα υπόλοιπα 27 δις € αντικατόπτριζαν βραχυπρόθεσμο χρέος υπό τη μορφή εντόκων γραμματίων.

Ο πυρήνας του δυσεπίλυτου δημοσιονομικού προβλήματος της Ελλάδας εστιάζεται στο κρίσιμο σημείο ότι εκτός από το επίσημο δημόσιο χρέος των 345,4 δις €, υπάρχει και ένα ανεπίσημο χρέος που τον Ιούνιο του 2018 εκτιμάται σε 670 δις €. Σύμφωνα με τη μεθοδολογία που υιοθετεί το Υπουργείο Οικονομικών, το ποσό των 670 δις € καταγράφεται στους κωδικούς του κρατικού προϋπολογισμού ως βραχυπρόθεσμο δημόσιο χρέος. Από μεθοδολογικής άποψης θα πρέπει να σχολιαστεί ότι κατά την διαδικασία μέτρησης του δημοσίου χρέους, το Υπουργείο Οικονομικών καταγράφει στο επίσημο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης ένα πολύ μικρό ποσοστό από το συνολικό απόθεμα των εντόκων γραμματίων. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τα στοιχεία του πίνακα 5, τον Ιούνιο του 2018 σε σύνολο χρέους της κεντρικής κυβέρνησης της τάξης των 345,4 δις ευρώ (€), μόνο το 4,26% ή 14,7 δις € αντιπροσώπευε έντοκα γραμμάτια (14,7/345,4=4,26%).

Τα στοιχεία του πίνακα 4 οδηγούν στην καίρια διαπίστωση ότι το ΔΝΤ και τα υπόλοιπα τρία μέλη του Κουαρτέτου, σε αγαστή συνεννόηση με τις ελληνικές κυβερνήσεις, για αδιευκρίνιστους λόγους στις περιοδικές εκθέσεις τους για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, δεν καταγράφουν το αληθινό μέγεθος του δημοσίου χρέους της Ελλάδας. Οι μνημονιακές οικονομικές πολιτικές απέτυχαν παταγωδώς στην Ελλάδα. Την αποκλειστική ευθύνη της αποτυχίας έχουν τόσο οι ελληνικές κυβερνήσεις όσο και το κουαρτέτο, καθότι από τον Μάιο του 2010 και μέχρι σήμερα, οι εφαρμοζόμενες μνημονιακές πολιτικές προκαλούν την δραματική αύξηση του δημοσίου χρέους της Ελλάδας σε συνθήκες διαιωνιζόμενης ύφεσης της εθνικής μας οικονομίας.

Το αποκαρδιωτικό συμπέρασμα που συνάγεται από την ανωτέρω ανάλυση είναι ότι παρά τις αιματηρές θυσίες του ελληνικού λαού, οι ασκούμενες μνημονιακές πολιτικές αντί να συντελούν στη μείωση του δημοσίου χρέους αντιθέτως προκαλούν την διαρκή άνοδό του. Τα μνημόνια απέτυχαν παταγωδώς στην περίπτωση της Ελλάδας. Η γιγάντωση του βραχυπρόθεσμου χρέους της κεντρικής κυβέρνησης καταδεικνύει το εύρος της αποτυχίας των υιοθετούμενων μνημονιακών οικονομικών πολιτικών. Τόσο το νυν οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όσο και τα προηγούμενα κυβερνητικά οικονομικά επιτελεία των κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ της περιόδου 2012-2014, οφείλουν να εξηγήσουν στους δεινοπαθούντες έλληνες πολίτες, γιατί το βραχυπρόθεσμο χρέος της κεντρικής κυβέρνησης κατά την περίοδο 2010-2018 από 31,5 εξακοντίστηκε στα 670 δις €.

Τα φλέγοντα ερωτήματα που οι μνημονιακές κυβερνήσεις της περιόδου 2010-2018 υποχρεούνται να απαντήσουν είναι τα εξής: Σε ποιους παράγοντες αποδίδεται η τρομακτική άνοδος της συνολικής αξίας του αποθέματος των εντόκων γραμματίων μετά το 2010; Ποια είναι η διάρθρωση του βραχυπρόθεσμου χρέους των 670 δις €; Με απλά λόγια, σε ποιους θεσμικούς φορείς η Ελλάδα οφείλει το κολοσσιαίο ποσό των 670 δις €; Μέχρι ποιου βαθμού οι εμπορικές τράπεζες ευθύνονται για την γιγάντωση του βραχυπρόθεσμου δημοσίου χρέους της χώρας; Ποια είναι η συνολική αξία των swaps agreements;

Η Ελλάδα μπήκε στα μνημόνια με δημόσιο χρέος 341 δις και “βγήκε” με χρέος 1.015,4 δις €. Την περίοδο 2010-2018, το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας συρρικνώθηκε σχεδόν -25%, υποδηλώνοντας ότι το πραγματικό ΑΕΠ του 2010 ήταν κατά 25% μεγαλύτερο από το αντίστοιχο πραγματικό ΑΕΠ του 2018. Ο εμπαιγμός τους δεν έχει ηθικούς φραγμούς. Το 2018 που το δημόσιο χρέος θεωρείται τερατώδες συγκριτικά με το χρέος του 2010 και ταυτόχρονα το πραγματικό ΑΕΠ είναι χαμηλότερο κατά -25% σε σχέση με το 2010, μας λένε ότι βγαίνουμε από τα μνημόνια και το δημόσιο χρέος αξιολογείται πλέον βιώσιμο. Στον πίνακα 5, διαπιστούται ότι βάσει των στοιχείων του Ιουνίου 2018, το 70% του δημοσίου χρέους απεικονίζεται σε δάνεια έναντι του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης, πιστοποιώντας ότι η Πατρίδα μας είναι χειροπόδαρα δεμένη από τους ξένους πιστωτές. Η κοροϊδία, τόσο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ όσο και των κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, δεν έχει όρια. Μας πουλάνε κουτόχορτο και ασύστολα ψευδολογούν. ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ κρύβουν την αλήθεια για το πραγματικό μέγεθος του δημοσίου χρέους, που την περίοδο Μάιος 2010-Ιούνιος 2018 από 341 εκσφενδονίστηκε στα 1.015,4 δις €.

Το δημόσιο χρέος των 1.015,4 δις €, ούτε 10 Ελλάδες δεν θα μπορούσαν να εξοφλήσουν έστω τα επόμενα 40 χρόνια!

Ετικέτες: Οικονομία Ελλάδα Χρέος Καθηγητής Βάμβουκας



e-genius.gr ...intelligent web software