x 
Καλάθι - 0,00 €

Καλάθι

Το καλάθι σας είναι άδειο.

Ελεύθερη Ώρα

ΤΑ ΕΞΟΠΛΙΣΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΠΑΝΑΚΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΤΡΕΠΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΚΡΑΤΟΥΣ

Ο καινοτόμος φλωρεντιανός πολιτικός Nicollo Machiavelli στο σύγγραμμά του «Ο Ηγεμών» το 1517, περιγράφει με σκληρή και ωμή γλώσσα πώς πρέπει να ασκείται αποτελεσματικά η εξωτερική πολιτική ενός κράτους. Στο κείμενο του «Ηγεμόνα» διαβάζομε μεταξύ άλλων και τα εξής, «Εάν κάποιος έχει τη δύναμη να επιβάλλει το δίκαιο, τότε καλώς πράττει να το προβάλλει, αλλά εάν δεν έχει ούτε στρατό ούτε συμμάχους, αποτελεί παραφροσύνη να πιστεύει, ότι δύναται να επιτύχει τον σκοπό του άνευ άλλου μέσου, παρά μόνο με μίαν δικαίαν υπόθεσιν ανά χείρας». Μέσα σε λίγες λέξεις ο Machiavelli καθορίζει επακριβώς το δίπτυχο της αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής ενός οργανωμένου και καλώς διοικουμένου κράτους. Δύο αιώνες αργότερα ο Πρώσος Στρατηγός Carl Philipp Von Clausewitz, στο έργο του «Περί του Πολέμου», θα συνοψίσει το δόγμα Machiavelli ως εξής. «Αν επιθυμείς την ειρήνη, προετοιμάσου για πόλεμο».

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, θιασώτης, ως αποδεικνύεται, του δόγματος Machiavelli, παρότρυνε τους πρεσβευτές της χώρας στο εξωτερικό «σταματήστε να ομιλείτε στους ξένους περί εθνικών δικαίων, έναν  όρο που δεν αντιλαμβάνεται κανείς, αλλά «περί εθνικών συμφερόντων». Εις πείσμα όμως του κανόνος του Βενιζέλου, το σύνολον του προσωπικού του Υπουργείου των Εξωτερικών, μηδέ και του σημερινού Υπουργού εξαιρουμένου, ομιλούν «περί εθνικών δικαίων».    

Δε γνωρίζουμε το πνεύμα που επικρατούσε στη Φλωρεντία τον 15ο-16ο αιώνα, αλλά με βάση τα σημερινά δεδομένα ο Machiavelli παρέλειψε δύο σημαντικούς παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα της εξωτερικής πολιτικής, αλλά και την αποτρεπτική ικανότητα ενός κράτους. Πρόκειται για το ηθικό του λαού και ιδιαίτερα των Ενόπλων Δυνάμεων και την αποφασιστικότητα και την πατριωτική συνείδηση της πολιτικής ηγεσίας που κυβερνά τον τόπο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Αναμφιβόλως η δύναμη του ηθικού ενός λαού είναι υπερτέρα όλων των λοιπών παραμέτρων, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού και της ποιότητος των όπλων, θέμα που αναφέρεται σε όλα τα εγχειρίδια των Στρατιωτικών Σχολών Πολέμου. Στο Εγχειρίδιο NATIONAL  POWER AND INTERNATIONAL RELATIONS  (Εθνική Ισχύς και Διεθνείς Σχέσεις) του AIR UNIVERSITY της Αμερικανικής Αεροπορίας (USAF) διαβάζουμε σχετικά τα εξής. «Το ηθικό ενός λαού αποτελεί συνάρτηση της ενότητός του. Όσο η ενότητα είναι συμπαγής, τόσο το ηθικό είναι υψηλότερο. Αντίθετα όσο η ενότητα γίνεται πιο χαλαρή, τόσο το ηθικό πέφτει. Επειδή οποιαδήποτε κινητοποίηση του κράτους απαιτεί την ενεργό υποστήριξη όλου του λαού, το υψηλό ηθικό είναι άκρως απαραίτητο για την αύξηση της εθνικής ισχύος. Ο Μέγας Ναπολέων είχε διαπιστώσει ότι το ηθικό είναι τρεις φορές ισχυρότερο από τη δύναμη των όπλων». Κι όταν το ηθικό του λαού ασκεί τόσο μεγάλη επίδραση στην αύξηση της εθνικής ισχύος, είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς την επίδραση του ηθικού των στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων.

Το δεύτερο βασικό στοιχείο που παρέλειψε να αναφέρει ο Machiavelli είναι η αποφασιστικότητα των κυβερνώντων κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, να εμπλακούν σε πόλεμο, όταν η ιστορική στιγμή και το συμφέρον και η αξιοπρέπεια της χώρας το επιβάλλει.         Απτό παράδειγμα ενότητος του ελληνικού λαού και κατ’ επέκταση υψηλού ηθικού και αποφασιστικότητος του κυβερνήτου να ανταποκριθεί στις επιταγές της ιστορίας, αποτελεί η περίοδος της δικτατορίας του Ιωάννου Μεταξά, κατά την οποία η χώρα διέθετε ισχυρές  Ένοπλες Δυνάμεις, τεράστια οχυρωματικά έργα,  αλλά και αξιόπιστους συμμάχους, ήτοι όλες εκείνες τις παραμέτρους που απαιτούντο για να γραφεί το έπος του 40. Αντιθέτως χαρακτηριστικά παραδείγματα χαλαρής ενότητος του λαού και κατ’ επέκταση χαμηλού ηθικού, αλλά και έλλειψης αποφασιστικότητος της ασκούσης την εξουσία πολιτικής ηγεσίας, είναι τα εξής δύο από την πρόσφατη ιστορία. Το πρώτο είναι  η εγκατάλειψη της Κύπρου από την κυβέρνηση Καραμανλή το καλοκαίρι του 1974, παρά το γεγονός της σαφούς υπεροχής την ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και ιδίως της Πολεμικής μας Αεροπορίας έναντι των τουρκικών, προϊόν της προδοτικής συμφωνίας του με ξένα κέντρα εξουσίας και το δεύτερο η προδοτική συμφωνία του Σημίτη με την πρωθυπουργό της Τουρκίας Τανσού Τσιλέρ και τον Αμερικανό υφυπουργό εξωτερικών Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ για τα ελληνικά νησιά Ίμια τον Ιανουάριο του 1996.

Χωρίς την παραμικρή υπερβολή η περίοδος εντεύθεν της Μεταπολιτεύσεως χαρακτηρίζεται ως η πλέον άγονος από απόψεως ασκήσεως εξωτερικής πολιτικής, αφού ούτε μια προσπάθεια επιτεύξεως αμυντικής συμφωνίας με άλλο κράτος επιχειρήθηκε και επιτεύχθηκε. Ακόμη και η άλλη συνιστώσα της εθνικής ισχύος, οι Ένοπλες Δυνάμεις εγκαταλείφθηκαν εντελώς, ακόμη κι όταν επί Ανδρέα Παπανδρέου εξοπλίζοντο με τον βαρύγδουπο τίτλο «η αγορά του αιώνος», κατά την οποία οι αρμόδιοι κυβερνητικοί παράγοντες, για να αυξήσουν τα ποσά της «μίζας» αγόρασαν τα Μιράζ με το προβληματικό ραντάρ που τα καθιστούσε επιχειρησιακώς άχρηστα, τα F-16 χωρίς το σύστημα αυτοπροστασίας και φυσικά τα υποβρύχια που «έγερναν». Βέβαια η πλήρης εγκατάλειψη των Ενόπλων Δυνάμεων επήλθε κατά τη περίοδο των μνημονίων, όταν κατά παγκόσμια πρωτοτυπία ο γνωστός τοκογλύφος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Πωλ Τόμσεν πετσόκοβε τον προϋπολογισμό του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, με αποτέλεσμα από τα 49 Μιράζ να πετούν μόνο τα 19, λόγω ελλείψεως ανταλλακτικών των φρένων και από τα 10 μεταφορικά C-130 να πετάει  μόνο το ΕΝΑ (1) !!!!

Βέβαια δεν περιμέναμε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τις Ένοπλες Δυνάμεις από την κρυπτομαρξιστική κυβέρνηση του κ. Τσίπρα, η οποία πιστεύει ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι αντιπαραγωγικές. Περιμέναμε όμως ενεργό ενδιαφέρον από τις υπόλοιπες κυβερνήσεις που τα μέλη τους έχουν γνώση της δημόσιας οικονομίας, η οποία ρητώς αναφέρει ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις είναι το πλέον παραγωγικό τμήμα της χώρας, που παράγει το ύψιστο αγαθό της ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ, το οποίο αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για την άσκηση κάθε δραστηριότητος εντός των ορίων της χώρας.

Ευτυχώς για τη χώρα η εξωτερική πολιτική της  άλλαξε σημαντικά από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Όχι βέβαια στον βαθμό που απαιτούν οι συνθήκες, αλλά έγιναν αρκετά βήματα προς τη σωστή κατεύθυνση, ήτοι η σύναψη συμφωνιών αμυντικής συνεργασίας με τα Αραβικά Εμιράτα, με την Αίγυπτο και το Ισραήλ και τελευταία με τη Γαλλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ειδικότερα η Ελληνο- Γαλλική συμφωνία Αμυντικής Συνεργασίας, η οποία υπεγράφη στο Παρίσι την 28η παρελθόντος Σεπτεμβρίου από τους Έλληνες Υπουργούς, Εθνικής Αμύνης Νίκο Παναγιωτόπουλο και Εξωτερικών Νίκο Δένδια και τους Γάλλους ομολόγους τους Φλοράνς  Παρλί και Ζαν Ιβ Λε Μπριάν, στηρίζεται σε δύο πυλώνες. Ο πρώτος αφορά στη συμφωνία Στρατηγικής Συνεργασίας, η οποία προβλέπει άμεση στρατιωτική συνδρομή της Γαλλίας προς την Ελλάδα και αντιστρόφως , σε περίπτωση που υπάρξει επίθεση από τρίτη χώρα, ακόμη κι αν η χώρα αυτή ανήκει στο ΝΑΤΟ (όρα ΤΟΥΡΚΙΑ) και ο δεύτερος στην προμήθεια τριών φρεγατών με οψιόν μία ακόμη Belhara με πλήρη εξοπλισμό αεράμυνας και ανθυποβρυχιακού πολέμου, με δυνατότητα καταρρίψεως εναέριων στόχων σε μεγάλες αποστάσεις. Οι φρεγάτες πέραν των εξελιγμένων αντιαεροπορικών δυνατοτήτων, διαθέτουν κορυφαίες ανθυποβρυχιακές ικανότητες χάρις στο πρωτοποριακό sonar CAPTAS – 4. Το τελευταίο συνεργάζεται με τα υπερσύγχρονα ανθυποβρυχιακά ελικόπτερα MH-60R, που πρόσφατα προμηθεύτηκε η χώρα μας από τις ΗΠΑ. Ο ι δύο πρώτες φρεγάτες θα έλθουν στην Ελλάδα το 2025. Παράλληλα θα τρέξει και το πρόγραμμα της προμήθειας 3-4 κορβετών GOWIND, οι οποίες θα αντικαταστήσουν παλαιότερες.

Αν και δεν ανήκουν στη σφαίρα της ειδικότητός μας τα θέματα του Πολεμικού Ναυτικού, έχουμε τη άποψη πως η πλήρης κυριαρχία του Ναυτικού μας στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου έχει μεταφερθεί πλέον το μέτωπο επιχειρήσεων με την Τουρκία απαιτεί την προμήθεια και άλλων ακόμη φρεγατών.  Με δεδομένο δε ότι η Γερμανία ναυπηγεί έξι (6) υποβρύχια τύπου 214 για το τουρκικό Ναυτικό, η χώρα πρέπει να σπεύσει να προμηθευθεί τουλάχιστον 2-3 αόρατα υποβρύχια Barracuda (Suffern) Class. Από τα 12 που περιελάμβανε η ματαιωθείσα Γαλλο-Αυστραλιανή  συμφωνία.

Η δεύτερη συμφωνία Αμυντικής  Συνεργασίας που υπέγραψε στις αρχές Οκτωβρίου η κυβέρνηση Μητσοτάκη ήταν με τις ΗΠΑ. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα του τύπου παραχωρήσαμε στους Αμερικανούς, πέραν της σπουδαίας και άκρως σημαντικής για το Αμερικανικό Ναυτικό Βάσεως της Σούδας, που αν την παραχωρούσαν οι Τούρκοι θα «είχαν πάρει και τα σώβρακα» των Αμερικανών, τις εγκαταστάσεις της Ταξιαρχίας  Αεροπορίας Στρατού στο Στεφανοβίκειο, το Πεδίο Βολής Λιτοχώρου και το Στρατόπεδο Γιαννούλη στην Αλεξανδρούπολη, όπου θα  φιλοξενούνται  οι δυνάμεις των ΗΠΑ που θα αναπτύσσονται και θα αναδιπλώνονται από τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, παρακάμπτοντας τα Στενά που ελέγχονται από τους Τούρκους. Και τι πήραμε για τις γενναίες αυτές παραχωρήσεις , που εξυπηρετούν στρατηγικές ανάγκες των Αμερικανικών Ενόπλων Δυνάμεων; Αέρα κοπανιστό. Και επί το λεπτομερέστερο, μια επιστολή του Υπουργού Εξωτερικών της εκείθεν του Ατλαντικού Υπερδυνάμεως Άντονι Μπλίνκεν, στην οποία τονίζει «ότι οι ΗΠΑ πιστεύουν ακράδαντα στο σεβασμό της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητος καθώς και των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της δικαιοδοσίας, σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας». Βέβαια πέραν του ευχολογίου του σεβασμού των κυριαρχικών δικαιωμάτων και της δικαιοδοσίας σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, έτερον ουδέν. Ενώ έτσι πιστεύουν, γιατί δεν καταδίκασαν όλα αυτά τα χρόνια τις παρά το διεθνές δίκαιο παράνομες διεκδικήσεις της Τουρκίας; Τι έκαναν κατά την εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο, τον Ιούλιο του 1974; Πίεζαν την Ελλάδα να μην επέμβει στην Κύπρο, ώστε να αφήσουν την Τουρκία «να τελειώσει τη δουλειά». Το πρόβλημα όμως δεν είναι τι έκαναν και τι κάνουν οι Αμερικανοί, αλλά τι κάνουν οι εκπρόσωποι της χώρας. Και ερωτούμε ευθέως τους υπουργούς μας Εξωτερικών και Αμύνης. Γιατί δε ζήτησαν από τους Αμερικανούς να μας προμηθεύσουν τα υπερσύγχρονα αεροσκάφη 5ης γενιάς F-35, ώστε να μπορούμε να υπερασπισθούμε τα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο κυριαρχικά μας δικαιώματα; Γιατί δε στήριξαν το νόμιμο δικαίωμά μας να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 Ν,Μ., αλλά ποιούν τη νήσσα για το τουρκικό casus belli; Γιατί δε ζήτησαν μια από τις παραχωρηθείσες βάσεις να είναι στα παρανόμως διεκδικούμενα απ’ τους Τούρκους ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, ώστε να επιβεβαιώνουν την ελληνικότητά τους; Το μόνο , ως φαίνεται, να ενδιαφέρει τους κυβερνήτες μας είναι να παριστάνουν στους Αμερικανούς τα καλά και υπάκουα παιδιά, ώστε να απολαμβάνουν την εύνοιά τους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Επιχαίρουν μερικοί συμπατριώτες μας για το σημερινό ενδιαφέρον των ΗΠΑ για τη χώρα μας, το οποίο αποδίδουν στις κακές σχέσεις τους με την Τουρκία. Λησμονούν όμως ότι οι διακρατικές σχέσεις είναι ευμετάβολες. Λησμονούν ακόμη πως η τουρκική διπλωματία είναι από τις καλύτερες στον κόσμο και μπορεί ανά πάσα στιγμή να φέρει τα πάνω κάτω. Τέλος, αγνοούν πως η Αμερική δεν επιθυμεί κατ’ ουδένα τρόπο να χάσει την Τουρκία από φίλη, από σύμμαχο, αλλά και ως στρατηγική σχέση, αφού  βρίσκεται στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας, ήτοι της μεγαλύτερης αντιπάλου των ΗΠΑ σήμερα.

Προς πλήρη κάλυψη του εξεταζομένου θέματος κρίνουμε σκόπιμο να προσθέσουμε και τα εξής. Η Τουρκία αναμφιβόλως είναι μια μεγάλη χώρα με πληθυσμό 80 εκατομμυρίων κατοίκων, ο οποίος το 2050 θα έχει υπερβεί τα 100 εκ. Η χώρα μας, η οποία αυτή τη στιγμή αριθμεί περί τα 11 εκ. το 2050 θα έχει περιορισθεί, λόγω του σοβαρού δημογραφικού προβλήματος στα 6,5 εκ. Ο στρατός της είναι τριπλάσιος του δικού μας και το κυριότερο ότι διαθέτει δύναμη 35 εκ. ανδρών ετοίμων προς στράτευση, έναντι 4 εκ. της χώρας μας. Σε αντίθεση με τις δυνάμεις επιφανείας στα άλλα δύο Όπλα, τα οποία αποτελούν και τα Όπλα αιχμής σε ένα σημερινό πόλεμο, η υπεροχή της σε πλοία και αεροσκάφη κρίνεται αμελητέα, ενώ η παράδοση και στα δύο Όπλα δίνει την υπεροχή τόσο στο Ναυτικό μας, όσο και την Αεροπορία μας.

Με δεδομένη λοιπόν την ενεστώσα κατάσταση γεννάται το ερώτημα. Έχουν δίκιο οι κυβερνώντες τα τελευταία 50 χρόνια τη χώρα, να επικαλούνται την αριθμητική υπεροχή της Τουρκίας και να προβαίνουν σε διαρκείς υποχωρήσεις έναντι των παρανόμων αξιώσεών της, με στόχο την διατήρηση της ειρήνης έναντι οιουδήποτε τιμήματος; Έναντι του ιδιοτελούς στόχου της ασκήσεως της νομής της εξουσίας νομιμοποιούνται να παραβλέπουν την ιστορία, την αξιοπρέπεια και το κύρος της χώρας; Είναι δυνατόν στην προσπάθειά τους να μη στερηθούν τα αγαθά  της εξουσίας να  παρουσιάζουν την παρακμή ως πρόοδο, τη διαστροφή ως κανονικότητα, τον πατριωτισμό ως ρατσισμό και την εθνική υπερηφάνεια ως φασισμό;

Τυφλωμένοι από τη λαγνεία της εξουσίας προσποιούνται ότι αγνοούν τον Ναπολεόντειο κανόνα περί ηθικού, τη νίκη των 10 χιλ. Αθηναίων επί των 600 χιλ. λογχών του Δάτη και του Αρταφέρνη στο Μαραθώνα, τη νίκη του Θεμιστοκλή με τα 370 πλοία επί του Ξέρξη των 700 πλοίων στη Σαλαμίνα,  τη νίκη των 800 χιλ. εξαθλιωμένων Ελλήνων ολόκληρης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τέλος το έπος του 40, που αν δεν επετίθετο η Γερμανία θα είχαμε πετάξει τους Ιταλούς στρατιώτες στην Αδριατική;

Καταλήγοντας, το ασφαλές συμπέρασμα το οποίο εξάγεται από όλα τα παραπάνω είναι το εξής. Για τη  νίκη ενός στρατού επί του αντιπάλου του δεν αρκούν τα σύγχρονα όπλα και οι υπέρτερες δυνάμεις, αν δεν υπάρχει ενότητα του λαού και κατ’ επέκταση των Ενόπλων Δυνάμεων, υψηλό ηθικό  και τέλος, αποφασιστικότητα των κυβερνώντων να εμπλέξουν τη χώρα σε πόλεμο, όταν η ιστορική ανάγκη το επιβάλλει.

Γιώργος Κασσαβέτης



e-genius.gr ...intelligent web software