ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
Η Ελλάς σε ρόλο «επιτηδείου ουδετέρου»
- Δημοσιευμένο στις 29 Δεκέμβριος 2007
- Προβολές: 944
Άρα τα συμφωνηθέντα δεν προσφέρονται για επίκριση, διότι αποτελούν απόδειξη ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Είναι δε αυτή: «Η συμφωνία για την λειτουργία του πετρελαιαγωγού Μπονργκάς – Αλεξανδρούπολης και αγωγού φυσικού αερίου SOUTΗ STREAM που μεταβάλλει την Ελλάδα σε στρατηγικό δίαυλο ενέργειας για ολόκληρη την Ευρώπη, αλλά και η ανάπτυξη της αμυντικής συνεργασίας Ρωσίας – Ελλάδος δίνει στην χώρα μας μείζονα πολιτικά – διπλωματικά πλεονεκτήματα ως την μόνη χώρα (μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ) που διατηρεί τις στενότερες σχέσεις με τη δεύτερη υπερδύναμη. Άρα η εξωτερική πολιτική μας χαράσσεται με γνώμονα το εθνικό συμφέρον, όπως επισήμανε ο Πρωθυπουργός προκειμένου να υπερκεράσει την απαρέσκεια της ΕΕ και τις αντιδράσεις των ΗΠΑ για την ελληνορωσική συνεργασία στον ενεργειακό και αμυντικό τομέα».
Αν αυτή η περιγραφή της Καραμανλιάδος αποδίδει τον πυρήνα της εξωτερικής πολιτικής Καραμανλή του Νεώτερου, τότε πρέπει να δεχθούμε ότι ο τελευταίος δέκα χρόνια μετά την ανάληψη της ηγεσίας της ΝΔ κατόρθωσε να παντρέψει το δόγμα της Διδακτορικής Διατριβής του στο αμερικανικό πανεπιστήμιο («Διπλωματική Ιστορία της Ελλάδος του 1928-32») με αυτό του Θείου του κατά την τελευταία προεδρία του, όπως διετυπώθη κατά την τελευταία σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό την προεδρία του, τον Μάιο του 1993 στο κατακόρυφο της Γιουγκοσλαβικής κρίσεως: «Καμμία συμμετοχή σε οποιασδήποτε μορφής στρατιωτική επέμβαση στην τέως Γιουγκοσλαβία αλλά ούτε και σε ειρηνευτική δύναμη των Ηνωμένων Εθνών». Το δόγμα αυτό δεν είναι άλλο από το δόγμα «Επιτηδείου Ουδετέρου» όπως το εφήρμοσε η Τουρκία κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Εντούτοις, εμπνευστής του δόγματος ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος και κατέθεσε σχετικό Μνημόνιο στην τελευταία σύσκεψη πολιτικών αρχηγών υπό Προεδρευομένη Δημοκρατία το 1934, σε μια εποχή χαρακτηριζόμενη από την παρακμή όλων των δημοκρατικών δυνάμεων της Ευρώπης και την διάχυτη απειλή ενός νέου Ευρωπαϊκού πολέμου, εξ αιτίας της επιθετικότητος των δικτατορικών Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανίας, Ιταλίας). Στον άμεσο προβληματισμό και ο κίνδυνος να εμπλακή και η Ελλάς, συνδεδεμένη με Συμφωνία Φιλίας και με τις δύο. Εφ’ ω και ο Βενιζέλος προσδιόρισε ως ακολουθητέα πολιτική αυτή που υπήρξε η πολιτική της τελευταίας Κυβερνήσεώς του (1928-1932): «Βάσις της εξωτερικής μας πολιτικής ήτο η επιμελής αποφυγή της εξαρτήσεώς μας από οποιονδήποτε εκ των συνδυασμών των Μεγάλων Δυνάμεων, και δη εκείνων, οίτινες εζήτουν να ασκούν επιρροήν εις τα Βαλκάνια, εις τρόπον ώστε, αν θα είχεν η Ανθρωπότης την δυστυχίαν να ιδή και πάλιν εκρηγνυόμενον ένα μεγάλον πόλεμον, να μην παρασυρθώμεν και ημείς εις αυτόν υποχρεωτικώς, εκ του συνδέσμου τον οποίον θα είχομεν με τον ένα των διαμαχομένων».
Όπως εθύμισα τότε από την στήλη μου στην «Εστία» (13.5.93) «Ο Βενιζέλος του Τριάντα ήτο άντικρυς αντίθετος του Βενιζέλου της δεκαετίας του Δέκα. Μνήμων του Διχασμού και της συνεπακολούθου Μικρασιατικής Καταστροφής, αντί προσδέσεως εκ των προτέρων εις τας Δυνάμεις της Αντάντ, εκήρυσσε, πλέον, την απεξάρτησιν από κάθε συνδυασμόν των Μεγάλων Δυνάμεων, ώστε να μείνη η Ελλάς έξω από κάθε νέον πόλεμον. Δι’ ο και εις τα παραδοσιακάς φιλίας της, μετά της Αγγλίας και Γαλλίας, προσέθετε τα σύμφωνα φιλίας με την μουσσολίνειον Ιταλία και την δολίαν Τουρκίαν, με διαρκή φροντίδα «η φιλία μας με τον ένα να μην έχη καμμίαν αιχμήν εναντίον των άλλων…».
Κορυφαίον χαρακτηριστικόν του είδους της φιλίας, που ο Βενιζέλος προσέφερεν σε όλους τους γείτονας, ήτο ο τρόπος αποκαταστάσεως των σχέσεων, το 1930, με την Νοτιοσλαυϊαν, τας οποίας είχε διαταράξει η Δικτατορία Πάγκαλου με την παραχώρησιν της Ελευθέρας Ζώνης Θεσσαλονίκης. Έμεινε ιστορική η φράσις του «δεν δέχομαι προστασίαν από την Σερβίαν», όταν το Βελιγράδι προσέφερεν «προστασίαν» εις αντάλλαγμα παραχωρήσεως ελευθέρας χρήσεως του λιμένος Θεσσαλονίκης δια την διαμετακόμισιν πολεμικού υλικού, πετρελαίου κλπ. Και τούτο, δια να μη ρυμουλκηθή η Ελλάς οπίσω από την Σερβίαν, εις τυχόν πολεμικήν εμπλοκήν της τελευταίας.
Με μιαν φράσιν, η πολιτική της χώρας μας μέχρι των παραμονών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, δια τον Ελευθέριον Βενιζέλον έπρεπε να είναι αυτή του «επιτηδείου ουδετέρου», δηλαδή αυτή που υπήρξε κατά την διάρκειαν του πολέμου, η πολιτική της Τουρκίας».
Για να καταλήξω, μετά μία παράγραφο αφιερωμένη στην αυτοαναίρεση αυτής της πολιτικής από τον Πρωθυπουργό Μητσοτάκη κατά την συνυπογραφή του Σχεδίου Βάνς – Όουενς στη Βουλιαγμένη με το οποίο η ειρηνευτική δύναμη του ΟΗΕ στη Βοσνία θα απετελείτο κατά 50% από χριστιανούς ορθοδόξους στρατιώτες με συμμετοχή δυο ελληνικών ταγμάτων, στο μαύρο επιμύθιο: «Το σπουδαιότερον, όμως, έγκειται εις το ότι , αν η Ελλάς δέχεται μόνον τον ρόλον του «ειρηνομεσίτου» εις τα Βαλκάνια και δηλώνει «αυτοεξαίρεσιν» από τας συμμαχικάς υποχρεώσεις της έναντι της Δύσεως, μοιραίως εξαρτά την ακτινοβολίαν της (πολιτικήν, οικονομικήν κλπ) εις την περιοχήν, από την διατήρησιν της ειρήνης. Διότι αν, τελικώς, την λύσιν δώσουν τα όπλα, τότε δεν θα πρέπει να ελπίζωμεν ούτε εις την… μεσιτικήν αποζημίωσιν. Οι μεν χαμένοι θα μας καταλογίζουν ότι δεν τους εβοηθήσαμε, οι δε κερδισμένοι ότι δεν συμμετέσχομεν εις τον αγώνα.
Με μία φράσιν, η πολιτική της ουδετερότητος έχει νόημα δια τα έθνη, αν ημπορούν να το παίξουν «επιτήδειοι ουδέτεροι», οίοι απεδείχθησαν, πάντοτε, οι Τούρκοι. Διότι οι Έλληνες, δυο φοράς μέσα εις αυτόν τον αιώνα, απεδείχθημεν ανίκανοι να εισπράξωμεν και αυτήν την τιμήν της Νίκης, μολονότι ετάχθημεν εξ αρχής με την πλευράν των νικητών!».
Τι κοινό έχει το σήμερα με την Ευρώπη του 1934; Τίποτε άλλο πλην της ίδιας μοιραίας Γιουγκοσλαβίας και της εθνικής εκκρεμότητός της στο Κοσσυφοπέδιο, όπου εκατέρωθεν ακονίζουν τα μαχαίρια για την μεγάλη ανάφλεξη κάποιο μήνα εντός του 2008. Ανάφλεξη, η οποία αν εξελιχθή σε ανοικτό πόλεμο όλου του αλβανικού στοιχείου με την καθημαγμένη Σερβία, θα θέσει θέμα τι θα κάνουν τα 450 ρωσικά άρματα της Ελλάδος, ιδεώδης δύναμη για τα αντιπεπταμένα πεδία της περιοχής, ώστε η εμπλοκή τους να γείρει την πλάστιγγα της νίκης υπέρ του επιθυμητού νικητού. Επιθυμητού από ποιον; Μα από τις δυνάμεις που δεν υπήρχαν την εποχή Βενιζέλου ως συγκροτημένη Διεθνή Συμμαχία. Αυτή η απουσία Συμμαχίας την εποχή εκείνη προφανώς ενέπνευσε στον Ιωάννη Μεταξά την ένταξή του στην Αγγλική Πολιτική και την εγκατάλειψη της πολιτικής του «επιτηδείου Ουδετέρου», με αποτέλεσμα το θαύμα της Νίκης μας κατά Ιταλίας – Αλβανίας. Αν όπως δείχνουν οι εργώδεις διπλωματικές προσπάθειες της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου αποτελεί στρατηγικό στόχο αμφοτέρων με μόνο αντίπαλο τους Σερβία – Ρωσία, η ένσταση Καραμανλή περί του γνώμονος του Εθνικού Συμφέροντος έχει μόνο φιλολογική σημασία, αν δεν συνοδεύεται από προσφυγή στο όπλα των υπογεγραμμένων Συμφωνιών με ΝΑΤΟ και ΕΕ. Και τα όπλα αυτά είναι πρώτα το Βέτο και, σε εσχάτη ανάγκη, η έξοδος από το Στρατιωτικό ΝΑΤΟ – διαδικασία που ακολούθησε ο Πρεσβύτερος την επαύριον του Αττίλα, για να επανέλθει κατησχυμένος μετά επταετία με ασήκωτη ακόμη την ζημιά μας από την αναβάθμιση της Τουρκίας.
Όσον υπάρχει ακόμη καιρός πριν από την τελική κρίση περί το Κοσσυφοπέδιο μεταξύ Δύσεως και Ρωσίας (Σερβίας), ας σπεύσει ο Νεώτερος να ενεργοποιήσει το προαναγγελθέν Βέτο για το Σκοπιανό, για να προϊδεασθή η Δύση για την επόμενη κίνησή του…

















